Το Συντριβάνι Μου.

Όταν ήμουν μικρός είχα ένα συντριβάνι όλο δικό μου.
Μιλούσαμε κάθε μέρα. Μου έλεγε ιστορίες από τα ταξίδια του σε ολόκληρο τον κόσμο κι εγώ άκουγα με μάτια ορθάνοιχτα. Τo συντριβάνι μου έλυνε όλες τις απορίες που είχα τότε.
Μια μέρα μου είπε πως είχε μέσα του έναν ολόκληρο καταρράκτη. Έναν δυνατό καταρράκτη που δεν φοβόταν τίποτα μα δεν του άρεσαν τα όρια και οι τοίχοι κι έτσι έφυγε για να νιώθει ελεύθερος.
Όταν το ρωτούσα γιατί έπρεπε να διαβάζω εκείνο μου έλεγε πως οι λέξεις έχουν τη δική τους ζωή και τα δικά τους μυστικά και μπορούν να πετούν ψηλά με τα σύννεφα, τα πουλιά και τους χαρταετούς. Κι εγώ γεμάτος περιέργεια, συνέχιζα να διαβάζω όλο και περισσότερο.
Οι μέρες και τα χρόνια περνούσαν, μεγάλωνα, άλλαζα τάξεις,φίλους,συνήθειες. Ξέχασα γρήγορα το συντριβάνι μου.
Πέρασα στο πανεπιστήμιο. Εκεί μελετούσα τις λέξεις και τα μυστικά τους μα δε θυμήθηκα ποιός μου έμαθε να τις αγαπώ.
Ερωτεύτηκα μια κοπέλα με πράσινα μάτια που αγαπούσε κι αυτή τις λέξεις, τις μεγάλες βόλτες και τα ακτινίδια. Σε μια τέτοια μεγάλη βόλτα μας με κοίταξε και είπε πως θέλει να μου δείξει κάτι. Έδεσε τα μάτια μου με το μαντήλι της και με οδήγησε κάπου χωρίς να μου λέει τίποτα.
Όταν μου άνοιξε τα μάτια , είδα μπροστά μου το συντριβάνι μου. Παρατημένο όπως όλες οι αναμνήσεις των καιρών αυτών, γεμάτο φύλλα, στεκόταν εκεί φορτωμένο με όλους τους αιώνες επάνω του. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα και το μυαλό μου με εικόνες απο παλιά.
Και τότε άκουσα πίσω μου τη φωνή της να ψιθυρίζει :
"Την καλύτερη ιστορία μας δεν την είπαμε ακόμα".

1 σχόλιο:

kostis είπε...

πολύ μου αρέσει!