ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός.

Αυτή η φράση, αυτό το ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός είναι που μας καταστρέφει εξ' αρχής.

Από μόνος του αυτός ο τοπικός προσδιορισμός, αυτό το "εκ" της καταγωγής, της σύνδεσης-του δεσμού, μας αποσυντονίζουν. 
Τοποθετούμε τους εαυτούς μας πάντα στις λάθος θέσεις εκκίνησης, δεμένοι με τα λάθος κλαδιά ενός τεράστιου αναρριχώμενου που δεν επιδέχεται απελευθέρωσης.


Coffee & Flowers II
























Ας μην φοβηθούμε ποτέ ξανά, να πούμε όσα νιώθουμε. Ας μην ξεχάσουμε ποτέ πόσο όμορφο είναι να στέλνεις γράμματα, να βρίσκεις φακέλους χειρόγραφους από φίλους ή και αγνώστους, μπροστά στην πόρτα σου. Είναι η αναμονή και η χαρά του να δωρίζεις, που τα κάνουν όλα λίγο πιο όμορφα.


(συγχωρέστε την κακή ποιότητα στις φωτογραφίες..)

G. Doré (ή αλλιώς, κραταιά ως θάνατος αγάπη).




Δεν ξέρω, αν κάποιος άλλος κατάφερε,
καλύτερα από τον Ντορέ, να προσδιορίσει με γραμμές, σκιες και φως, το βλέμμα εκείνο του κοριτσιού, που λατρεύει τον μεταμφιεσμένο δολοφόνο στο κρεβάτι της.

Κάθε έρωτας κι ένας θάνατος.

Νοσταλγία.




Κανεὶς δὲ θ᾿ ἀγγίξει τὴν ἔκταση τῆς στοργῆς
καὶ τῆς θλίψης μου.

Κι ἐσὺ περιμένεις ἕνα γράμμα ποὺ δὲν ἔρχεται
Μιὰ μακρινὴ φωνὴ γυρνᾶ στὴ μνήμη σου καὶ σβήνει
Κι ἕνας καθρέφτης μετρᾶ σκυθρωπὸς τὴ μορφή σου
Τὴ χαμένη μας ἄγνοια, τὰ χαμένα φτερά.


(Μ.Αναγνωστάκης)

Γιάντες.




[...]
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα

Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα.

Να με θυμάσαι.

Μίλτος Σαχτούρης
εικόνα:Νικόλαος Γύζης - Γιάντες 1878


(γιάντες < τουρκική yâdes (< yadetmek : θυμίζω) < περσική ياد أست (yād ast, θυμάμαι) 1.παιχνίδι μνήμης, στο οποίο χάνει ο παίκτης που παίρνει στα χέρια του ένα αντικείμενο από ένα συμπαίκτη του, χωρίς να πεί τη φράση "το ξέρω" ή "το θυμάμαι".)

"ἔρχομαι"

Πολλές φορές πριν από μια συνάντηση, λάτρευα να παρατηρώ αυτόν που με πλησιάζει. Πόσες αμέτρητες ιστορίες που κουβαλά μαζί του, μπορείς να καταλάβεις από τον τρόπο που προχωρά προς τα σενα. Κάθε βήμα, κάθε κίνηση του κεφαλιού, τα αμήχανα χέρια, τα βλέμματα και οι στιγμές τους. Πόσο μου άρεσε. Λένε πως εκτιμόυμε περισσότερο, αυτό προς το οποίο εμείς κατευθυνόμαστε, η υποβολή της προσπάθειας κάνει ένα αντικείμενο πιο ελκυστικό στα μάτια μας, το ανεβάζει σ'ένα βάθρο, ψηλότερα.

Όταν όμως οι άνθρωποι έρχονται, έρχονται από δική τους ανάγκη. Ανάγκες τους οδηγούν σε σένα, μικρά νήματα που αρχίζουν ή τελειώνουν στα ανοιχτά σου χέρια και κείνοι σαν στα τυφλά τ' ακολουθούν, εγωιστικά στ'αλήθεια και με ένα μεγάλο ψέμα: πως έρχονται για σένα.
Κάθε ταξίδι που κάναν για να σε δουν, κάθε χιλιόμετρο και κάθε μικρό βήμα, τους φέρνει πιο κοντά σε μια σιγουριά πως στην άκρη της κλωστής θα είναι όλα καλύτερα. Ζουν μόνοι τις φυγές τους, τις δραματοποιούν κι όσο είναι μακριά από την πραγματικότητά τους, όσο καταπατούν τη δική σου, βλέπουν και φαντάζονται τον εαυτό τους σαν τις δραματικές ηρωίδες τους Σοφοκλή που με μια κίνηση του κεφαλιού ή μια κραυγή μπορούσαν να εκφράσουν το μεγαλύτερο πόνο που τότε υπήρχε. Περιμένουν από σένα να δεις την παράσταση μέχρι το τέλος, να συμμετέχεις ενεργά, να δίνεις, να δίνεις, να δίνεις. Πόσο εγωκεντρικοί γίναν, πόσο μικροί, πόσο ανίκανοι να δώσουν ενέργεια σε κάποιον- ικανοί μονάχα να ρουφάν κάθε τι όμορφο από εκείνους που έχουν απόθεμα.

Μικρά παιδιά που ζητούν προσοχή. Έγινε η ανάγκη βοήθειας, οι φιλίες, ένα ριάλιτι σόου με κανίβαλους που περιφέρονται αναζητώντας κάτι, παίζοντας αμέτρητους ρόλους μέχρι να το πάρουν. Γίνεται ακόμα και ο έρωτας κάτι ευτελές αφού πραγματώσει όλα τα εν δυνάμει που του αρμόζουν: έγινε μια ζητιανειά ενέργειας, σε προκαλώ, σε κεντρίζω, σε σκουντώ, σε προσβάλω, μέχρι να μου πεις μια λέξη και απ'αυτήν να ζήσω αφού το τίποτα πονάει όπως μου είπε κάποιος.
Κι έτσι όταν πια γίνεται πολύ δύσκολο να κρατήσουμε την σωτήρια σιωπή μας, λέμε λέξεις. Δίνουμε τις λέξεις μας εκεί όπου θυσιάζονται στην αδυναμία κάποιου, να ζήσει από τις δικές του. Παραχωρούμε ζωή, φαιά ουσία, σε φωνήεντα και σύμφωνα και συλλαβές και δεν υπάρχει τίποτε πιο μάταιο, τίποτε πιο επίπονο, πιο εξουθενωτικό, από τις λέξεις που χαρίζονται σε λάθος μεριά.
Μεγαλύτερη σπατάλη άυλη, να σε αδειάζει πιο πολύ, δεν μπορώ πια να σκεφτώ.